ἀσφάραγος 1

ἀσφάραγος 1.
Grammatical information: m.
Meaning: `throat, gullet' (Χ 328, Plu.).
Other forms: σφάραγγος (σφάραγος Latte) βρόγχος, τράχηλος, λαιμός, ψόφος H.; = φάρυγξ (Apion ap. Phot.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Unknown. The form without ἀ- through influence of σφαραγέομαι? Sometimes connected with 2. ἀσφάραγος as *`(hollow) stalk' (Persson Beitr. 1, 444). Improbable Winter Prothet. Vokal 20. Fur. 227 connects φάραγξ, -γγος; cf. σφάραγγες (codd. -ές) sine expl. H. The variations prove a substr. word (suff. -αγ-\/-αγγ-). Fur. 227 further compares μάραγοι οἱ ἀπόκρημνοι τόποι H., which seems improbable to me.
Page in Frisk: 1,174-175

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀσφάραγος — 1 throat masc nom sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασφάραγος — (I) ἀσφάραγος, ο (Α) φάρυγγας, λαιμός. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η ακριβής σημασία της λ. οδηγεί στη σύνδεσή της με τη λ. φάρυγξ, ενώ ο παράλληλος τ. σφάραγος προέκυψε ίσως από παρετυμολογική επίδραση του ρ. σφαραγούμαι «τρίζω, εξογκώνομαι,… …   Dictionary of Greek

  • ἀσπαράγοις — ἀσφάραγος 1 throat masc dat pl (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαράγου — ἀσφάραγος 1 throat masc gen sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαράγους — ἀσφάραγος 1 throat masc acc pl (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαράγων — ἀσφάραγος 1 throat masc gen pl (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαράγῳ — ἀσφάραγος 1 throat masc dat sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάραγοι — ἀσφάραγος 1 throat masc nom/voc pl (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc nom/voc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάραγον — ἀσφάραγος 1 throat masc acc sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπάραγος — ἀσφάραγος 1 throat masc nom sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσφαράγοιο — ἀσφάραγος 1 throat masc gen sg (epic) ἀσφάραγος 2 throat masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.